ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
>
Search

H.Μόσιαλος: «Ακόμα και τώρα πανευρωπαϊκά πρωταθλητές στα αντιβιοτικά παρά την κρίση και τις περικοπές»

«Είμαστε πανευρωπαϊκά πρωταθλητές στα αντιβιοτικά ακόμα και τώρα, παρά την κρίση και τις περικοπές. Η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, μετά το 2010 επιτεύχθηκε με μείωση των τιμών, αλλά και με αύξηση της συμμετοχής των πολιτών, που πληρώνουν πολύ περισσότερα από την τσέπη τους γιατί μειώθηκε η κρατική χρηματοδότηση» τόνισε στον Αθήνα 9.84 και στη Νόνη Καραγιάννη ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο LSE, Ηλίας Μόσιαλος.

Για τα γενόσημα πρότεινε οι μελέτες που κατατίθενται στην ελληνική αγορά να εγκρίνονται από τμήματα Φαρμακευτικών ή Ιατρικών Σχολών των Παν/μίων, ενώ επεσήμανε ότι ο πολιτικός δεν μπορεί να επηρεάσει τον γιατρό ή τον ασθενή για το τι θα συνταγογραφηθεί, τονίζοντας ότι μπορούν να υιοθετηθούν απόλυτα διαφανείς τιμές φαρμάκων.

 


Αναλυτικά:

Νόνη Καραγιάννη: Ξαναδιαβάζοντας τις δύο μελέτες που είχατε κάνει τα προηγούμενα χρόνια για την τεράστια φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας, κυρίως πριν από το 2009, αναρωτιόμουν εάν η υπόθεση Νovartis εφόσον της αφαιρέσουμε το πολιτικό πλαίσιο και έτσι όπως την μαθαίνουμε και από την έρευνα και σε άλλες χώρες, είναι συνέπεια αυτής της στρέβλωσης που λέτε και καταγράφετε ή μια από τις αιτίες που την δημιουργούν.

Η.Μόσιαλος: “Υπάρχουν πολλοί λόγοι που συμβάλλουν στην εκτόξευση της φαρμακευτικής δαπάνης, όπως έχει συμβεί και σε άλλες χώρες εκτός από την Ελλάδα. Η χώρα μας όμως ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση και για αυτό τον Νοέμβριο του 2009 έκανα στο Κοινοβούλιο την πρώτη μου παρέμβαση, στην αρμόδια Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων και τον Ιανουάριο του 2010 κατέθεσα τις δύο αυτές μελέτες στον τότε υπουργό Εργασίας, γιατί είχα αγωνία για το μεγάλο μέγεθος της δαπάνης στην Ελλάδα. Είχαμε φτάσει το 2009 να έχουμε τη δεύτερη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη μετά από τη Γερμανία.

Νόνη Καραγιάννη: Υπήρξε στην 5ετία πριν από το 2009 μια υπερβολική για τα δεδομένα της χώρας, αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης;

Η.Μόσιαλος: “Ναι. Προσωπικά μελέτησα την περίοδο 2000-2009 και πρέπει να πω ότι υπήρξε μια συστηματική αύξηση, υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης της τάξης περίπου των 17,8 δις ευρώ σε αυτή την δεκαετία. Δεν είναι όμως μόνον θέμα τιμών,ότι δηλαδή ήταν ακριβά τα φάρμακα στην Ελλάδα, αλλά κυρίως ζήτημα υπερβολικής κατανάλωσης φαρμάκων. Σε ορισμένες κατηγορίες εξ αυτών, όπως τα αντιβιοτικά είμαστε πρωταθλητές ακόμα και τώρα στην Ευρώπη, παρά την κρίση και τις περικοπές που έγιναν. Η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, κυρίως μετά το 2010 επιτεύχθηκε με μείωση των τιμών, αλλά και με αύξηση της συμμετοχής των πολιτών. Δηλαδή πληρώνουν πολύ περισσότερα οι πολίτες από την τσέπη τους γιατί μειώθηκε η κρατική χρηματοδότηση.”

Νόνη Καραγιάννη: Εξηγήστε μου τους λόγους για αυτή την υπερκατανάλωση. Είναι θέμα νοοτροπίας του κοινωνικού σώματος ή και ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί η επαγγελματική κουλτούρα των γιατρών που συνταγογραφούν;

Η.Μόσιαλος: “Σαφέστατα και τα δύο. Πρώτον, υπάρχει μια επαγγελματική κουλτούρα, όχι σε όλους τους γιατρούς γιαυτό και βλέπουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις ακόμα μέσα στις ίδιες τις ειδικότητες, καθώς βλέπουμε για παράδειγμα έναν καρδιολόγο να συνταγογραφεί λιγότερο σε σχέση με κάποιον άλλο. Αλλά και εδώ πρέπει να είμαστε αρκετά προσεκτικοί στο πώς θα συγκρίνουμε έναν γιατρό σε σχέση με έναν άλλον.Αν πχ εγώ συνταγογραφήσω περισσότερο σε σχέση με εσάς σημαίνει ότι είμαι χειρότερος γιατρός από εσάς; Μπορεί να μην υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ μας; Η μπορεί να είμαι και καλύτερος; Μπορεί να σημαίνει λοιπόν η ότι εσείς βλέπετε καρδιοπαθείς με ελαφρές παθήσεις ενώ εγώ ασθενείς με πολύ βαριές καρδιοπάθειες. Ο ΕΟΠΠΥ έχει τα στοιχεία τώρα μέσω της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, αλλά ενώ ξέρουμε τι συνταγογραφεί ο κάθε γιατρός, δεν καταγράφεται ταυτόχρονα το πλήρες προφίλ του ασθενούς. Τι ηλικία, τι φύλο έχει και τι ανάγκες έχει , από ποιες ασθένειες πάσχει. Αν είχαμε όλα αυτά τα στοιχεία συνδυαστικά θα ξέραμε αν ο γιατρός που συνταγογραφεί περισσότερο το κάνει δικαιολογημένα ή όχι. Θα μπορούσαν ο ΕΟΠΠΥ και τα Ταμεία να είχαν μια φιλική συζήτηση με αυτόν το γιατρό ώστε να συνδέουμε τη συνταγογράφηση με κατευθυντήριες οδηγίες, όπως γίνεται στις περισσότερες χώρες. Οι γιατροί επειδή συνταγογραφούν ηλεκτρονικά παίρνουν και οδηγίες για το ποιο είναι το καλύτερο φάρμακο. Η Ελλάδα είναι λίγο πίσω σε αυτά. Σε όλες τις χώρες της νότιας Ευρώπης , όχι μόνον σε εμάς, αλλά και σε πολλές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι περισσότερες ιατρικές συναλλαγές, σε ποσοστό έως και 98% , καταλήγουν σε συνταγογράφηση.”

Νόνη Καραγιάννη: Γιατί είναι στη νοοτροπία μας ότι πηγαίνοντας στο γιατρό πρέπει να μας γράψει και ένα φάρμακο, έτσι;

Η. Μόσιαλος: “Οντως. Είναι στη νοοτροπία μας ότι αν δεν το κάνει, δεν θα είναι καλός γιατρός. Στην Ολλανδία το 60% των επισκέψεων καταλήγουν σε συνταγογράφηση και το 70% στις βόρειες χώρες. Είναι ένας συνδυασμός. Κάποιοι γιατροί μπορεί να έχουν κίνητρα να συνταγογραφήσουν περισσότερο και από εκεί και πέρα είναι και πρακτικές διάφορων φαρμακευτικών εταιριών που προωθούν τα προιόντα τους απευθείας στους γιατρούς με μερικές φορές αδιαφανείς τρόπους, στην Ελλάδα όπως και σε άλλες χώρες.”

Νόνη Καραγιάννη : Και εκεί ξεκινούν οι μη νόμιμες διαδικασίες και το ότι ο γιατρός έχει μη επιστημονικό κίνητρο για τη συνταγογράφηση.

Η.Μόσιαλος: “Σαφέστατα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο του ιατρικού σώματος είναι μέσα σε αυτές τις περιπτώσεις.

Νόνη Καραγιάννη: Από τον τρόπο που εξελίχθηκε η υπόθεση με τα γενόσημα στην ελληνική αγορά, πιστεύετε ότι ήταν ένα δεδομένο που ενδεχομένως ελάφρυνε τη φαρμακευτική δαπάνη;

Η.Μόσιαλος: “Τα γενόσημα μπορούν να ελαφρύνουν τη φαρμακευτική δαπάνη γιατί είναι φθηνότερα από τα πρωτότυπα. Θα πρέπει όμως, όταν λήγει η πατέντα του φαρμάκου, να πέφτουν δραστικά η τιμή του πρωτότυπου και παράλληλα και εκείνη του αντίγραφου. Σε πολλές χώρες αυτό γίνεται αυτόματα λόγω του ανταγωνισμού στην αγορά. Εκεί όπου όμως οι τιμές ορίζονται από το κράτος, όπως στην Ελλάδα, αυτό μπορεί να θεσπιστεί με βάση κυβερνητική παρέμβαση. Να ορίζει δηλαδή ποιο είναι το ποσοστό πτώσης της τιμής του πρωτότυπου και αντίστοιχα του γενόσημου. Αυτό σημαίνει ότι οι ρυθμιστικές αρχές όπως ο ΕΟΦ θα πρέπει να κάνουν σωστά τη δουλειά τους μαζί με ελληνικά πανεπιστήμια. Θα πρότεινα οι μελέτες που κατατίθενται στην ελληνική αγορά για τα γενόσημα να εγκρίνονται από τμήματα Φαρμακευτικών ή Ιατρικών Σχολών των Παν/μίων.”

Νόνη Καραγιάννη: Ωστε να είμαστε βέβαιοι και για την ποιότητά τους.

Η.Μόσιαλος: Εφόσον διαπιστωθεί η ποιότητα των γενοσήμων δεν υπάρχει κάποιος λόγος να μην αυξήσουμε την κατανάλωση.

Νόνη Καραγιάννη: Στη φάση που βρισκόμαστε στη χώρα μας, είναι αμφισβητούμενη η ποιότητά τους; Εχετε αμφοβολίες;

Η.Μόσιαλος: “Αυτό, μόνον οι ρυθμιστικές αρχές μπορούν να το διαπιστώσουν. Η Ελλάδα έχει καλούς επιστήμονες στον ΕΟΦ όπως και στις Ιατρικές και τις Φαρμακευτικές Σχολές. Πρέπει να αξιοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό για να μην υπάρχει αμφιβολία στον ελληνικό λαό για την ποιότητα των γενοσήμων φαρμάκων. Οπως άλλωστε συμβαίνει στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Πρέπει να είναι ισχυρός ο ρυθμιστικός έλεγχος. Αν ξέρουν οι γιατροί και οι φαρμακευτικές εταιρίες ότι το σύστημα δουλεύει σωστά δεν θα χρειάζονται να γίνουν και πολλοί έλεγχοι.

Υπήρξε μια έκρηξη φαρμακευτικών δαπανών στη δεκαετία του 2000, οπότε άρχισε και μια μεγάλη περιστολή,εννοώ από το 2000 και μετά και τώρα είμαστε λίγο πιο πάνω από τον μέσον όρο των χωρών της ΕΕ. Στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη είμαστε ακόμα πιο κάτω. Αν βάλουμε και την ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη γιατί πληρώνουμε και από την τσέπη μας, είναι στο 40%.

Υπάρχουν όμως και άλλα παράδοξα που θα έπρεπε να τα συζητούν όλα τα κόμματα συλλογικά. Δεν μπορεί μια χώρα που πλήρωνε τόσο υπερβολικά ποσά στο χώρο του φαρμάκου, να μην έχει και ορισμένα οφέλη.

Στη δεκαετία του 80, ακόμα και το 1990 τα φάρμακα που καταναλωνόντουσαν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, ήταν ελληνικής παραγωγής. Παραγόταν δηλαδή αρκετό φάρμακο για την εγχώρια αγορά. Στη διάρκεια της έκρηξης της δαπάνης επήλθε μια σημαντική αποβιομηχάνιση στη χώρα με αποτέλεσμα λιγότερο από το 20 τοις εκατό των φαρμάκων που καταναλώνονται να παράγονται στην Ελλάδα και αυτό συνιστά είναι τεράστιο παράδοξο. Πώς είναι δυνατόν να παράγουμε τόσο φάρμακο και μην κάνουμε και τεράστιες εξαγωγές και να μην έχουμε παράλληλα έρευνα και ανάπτυξη; Να επενδύουν οι φαρμακευτικές εντός της ελληνικής επικράτειας; Εγώ δεν έχω απάντηση. Πάντως πρέπει να κάτσουν τα κόμματα να σκεφτούν γιατί άλλες χώρες σχεδιάζουν φαρμακευτική πολιτική και ιδιαίτερα στα πλαίσια της ΕΕ, όπως η Πορτογαλία και η Βουλγαρία και εδώ οι εταιρίες δεν έχουν συμφέρον να το κάνουν; Αυτά τα ερωτήματα δεν μπαίνουν στο δημόσιο διάλογο.”

                                                                            *ΓΙΑ ΤΗ ΝΟVARTIS

Θα πρέπει να δει κανείς, πέρα από την υπόθεση ΝΟVARTIS, όλη την πορεία της φαρμακευτικής αγοράς στην Ελλάδα, την τελευταία 15ετία και ιδιαίτερα την περίοδο της μεγάλης έκρηξης.Αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες, αυτό θα φανεί από τα αναλυτικά στοιχεία, τα οποία μπορεί να δώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, που έχουν αναλυτικές καταναλώσεις εταιριών, ανά έτος και φαίνεται που υπήρξε αύξηση κατά περιφέρεια, κυρίως μετά την εφαρμογή της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης.”

Νόνη Καραγιάννη: Αναρωτιέμαι αν μέσα σε αυτό το σύστημα που περιγράψατε είναι απαραίτητο να υπάρχει εμπλοκή πολιτικού για την αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης;

Η. Μόσιαλος : Δεν είναι απαραίτητο. Υπάρχει κίνητρο για ένα μέρος του ιατρικού σώματος,να συνταγογραφεί περισσότερα φάρμακα αλλά μπορεί να βρεθούν μηχανισμοί αξιολόγησης των φαρμάκων και θέσπισης των τιμών τους, γιατί ο πολιτικός ή ο όποιος δημόσιος λειτουργός δεν θα παρέμβει στο επίπεδο της κατανάλωσης.Αν υπάρχουν αμφιβολίες θα είναι στο θέμα των τιμών. Δεν μπορεί ο πολιτικός να επηρεάσει τον γιατρό ή τον ασθενή για το τι θα συνταγογραφηθεί. Μπορούν να υιοθετηθούν απόλυτα διαφανείς πολιτικές τιμών.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να παίρνει υπόψιν της όχι τις 3 χαμηλότερες τιμές όπως στη Σουηδία, τη Φινλανδία και τη Δανία, αυτές είναι μέχρι να μπουν και στις υπόλοιπες χώρες. Υπάρχουν πολλά τρικ που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς ώστε να ξεκινήσει με υψηλές τιμές πριν γίνουν χαμηλές όταν και άλλες χώρες υιοθετήσουν αυτά τα φάρμακα. Θα έλεγα η Ελλάδα να χρηματοδοτεί τα φάρμακα, όταν Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία τα έχουν υιοθετήσει και παράλληλα να παίρνει υπόψιν την αγοραστική της δύναμη, το ΑΕΠ. Αν είχε γίνει αυτό από παλαιότερα,θα σήμαινε ότι όσο μειωνόταν το Εθνικό Ακαθάριστο Προιόν από το 2009 έως και σήμερα, άνω του 25% , θα έπρεπε ταυτόχρονα οι τιμές της Πορτογαλίας ή της Ισπανίας που θα τις παίρναμε ως βάση αναφοράς, σταθμιζόμενες με το Εθνικό Ακαθάριστο Προιόν, να μειωθούν σημαντικά. Εκεί, δεν υπάρχει καμία πολιτική παρέμβαση. Αυτό θα μπορούσε να γίνεται από έναν ανεξάρτητο Οργανισμό και όχι στα πλαίσια των υπουργείων Οικονομίας Εργασίας και Υγείας. Ακόμη, υπάρχει παγκοσμίως η τάση όλα τα νέα φάρμακα στην αγορά να παίρνουν υψηλότερη τιμή. Αλλά όλα τα νέα φάρμακα είναι και καλύτερα; Ας το δούμε και με τα ΙΧ.Οχι απαραίτητα. Μήπως θα πρέπει να υπάρχει και ένας οργανισμός αξιολόγησης των νέων φαρμάκων ώστε να συγκρίνουμε τα στοιχεία από τις φαρμακευτικές αρχές με τα στοιχεία από άλλες χώρες της Ευρώπης;”

Νόνη Καραγιάννη: Αναφέρεστε σε ασφαλιστικές δικλείδες ουσιαστικά ώστε να μην κουβεντιάζουμε αυτά που κουβεντιάζουμε.

Η.Μόσιαλος: “Να πω ακόμη κάτι. Οι φαρμακοποιοί μπορεί να παίξουν ρόλο στην πολυφαρμακία εάν υπάρχει συνεργασία τους με γιατρούς , γιατί δεν συνταγογραφούν οι φαρμακοποιοί.”

«ΑΘΗΝΑ 9.84» – ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αν είσαι φίλος... * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.

κατασκευή ιστοσελίδων